πρόλογος

Το κείμενο αυτού του μικρού βιβλίου γράφτηκε αυθόρμητα ένα μεσημέρι του Ιουλίου του 2016, τις ημέρες που τα Ματ εισέβαλλαν στις καταλήψεις στέγης Ορφανοτροφείου, Καρόλου Ντηλ και Νίκης στην Θεσσαλονίκη. Έκτοτε ίσως κάποια πράγματα να έχουνε αλλάξει. Τα κλειστά σύνορα όμως, ο στρατιωτικός έλεγχος της μετακίνησης, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, οι βίαιες επεμβάσεις κάθε είδους μπάτσων και φασιστών σε χώρους που διαμένουνε μετανάστριες-στες και οι προσπάθειες για την ηθική και φυσική εξόντωση τους γενικότερα, παραμένουν στην καθημερινή ατζέντα.
Το παρόν είναι μια κάπως διαφορετική προσπάθεια να αποτυπωθεί ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την «προσφυγική κρίση» ως κομμάτι της ολοένα αυξανόμενης έντασης των γεωπολιτικών και οικονομικών ανταγωνισμών σε παγκόσμιο και τοπικό επίπεδο και της κρατικής-καπιταλιστικής βαρβαρότητας όπως αυτή εκφράζεται τόσο στους πολέμους που μαίνονται στη Μέση Ανατολή και την Αφρική όσο και στην Ευρώπη της κρίσης, της Ευρώπης-Φρούριο.
Αναγνωρίζοντας εξαρχής στους αγώνες των μεταναστριών-στων για αξιοπρεπή διαβίωση και ελευθερία μετακίνησης κομμάτια από τους δικούς μας αγώνες ενάντια στην οικονομική και κοινωνική εξαθλίωση, στα καθεστώτα «ασφάλειας» και τον φασισμό ήταν αυτονόητο να θελήσουμε να σταθούμε ισότιμα δίπλα σε όσους ανθρώπους προσπαθούν να εναντιωθούν σε αυτόν τον σύγχρονο ολοκληρωτισμό. Στο συγκεκριμένο κείμενο μπορεί η γλώσσα να είναι παιδική, τα γεγονότα που περιγράφονται όμως παραμένουν πέρα για πέρα σκληρά και αληθινά. Δεν χρειάζονται περίπλοκες λέξεις για να περιγράφούν αυτά που είναι πλέον σε όλους κατανοητά. Ακόμα κι ένα μικρό παιδί μπορεί να αντιληφθεί κοιτάζοντας γύρω του το μέγεθος της καταστροφής που έχουνε υποστεί ολόκληροι πληθυσμοί με μοναδικό τρόπο διαφυγής τον δρόμο της μετανάστευσης.
Μπορεί σε μερικούς/ες κομμάτια από αυτό το παραμύθι να φανούν σαν ένας «εξωραϊσμός» των σχέσεων που έχουνε προκύψει μεταξύ των εμπλεκόμενων αλλά και του κινήματος της αλληλεγγύης εν γένει. Ο τρόπος που οι άνθρωποι συνυπάρχουν είναι σαφώς πιο περίπλοκος. Οι επιμέρους διαφοροποιήσεις, διαφωνίες και αντιφάσεις όμως είναι κι αυτές μέρος μιας πολύμορφης δράσης, αναπόφευκτο αλλά και επιθυμητό κομμάτι των κοινών μας αγώνων. Και αυτό ήταν που κρατήσαμε σε αυτήν την ιστορία, μια ιστορία που δεν ξεκίνησε πρόσφατα (όπως σχηματικά παρουσιάζεται στο κείμενο) και σίγουρα δεν θα τελειώσει τώρα κοντά. Εξάλλου ακόμα και στα πιο σκοτεινά παραμύθια αχνοφέγγει μια στάλα ελπίδας, αυτή που μας κρατάει ακόμα δυνατούς και μας παρακινεί να συνεχίσουμε.
Η έντυπη έκδοση του βιβλίου έχει γίνει σε πέντε γλώσσες: Αραβικά, Φαρσί, Ελληνικά, Αγγλικά και Γαλλικά. Σκοπός μας ήτανε να διαπλέξουμε τις γλώσσες με τον ίδιο τρόπο που θα θέλαμε να διαπλέκονται οι πολιτισμοί. Ο διαφορετικός όμως τρόπος με τον οποίο διαβάζονται τα Αραβικά και τα Φαρσί (ξεκινώντας την ανάγνωση από αυτό που οι Δυτικοί ονομάζουν οπισθόφυλλο) σε συνδυασμό με τους οικονομικούς περιορισμούς μας αναγκάσανε να τις διαχωρίσουμε. Στην ηλεκτρονική έκδοση μπορείτε να βρείτε επίσης το παραμύθι μεταφρασμένο σε περισσότερες γλώσσες.
‘Ένα πολύ μεγάλο ευχαριστώ στον Κώστα Μ. για την υπέροχη εικονογράφησή του που έδωσε ζωή σε αυτήν την μικρή ιστορία.

1

Ένα ζεστό καλοκαίρι, όχι πολύ παλιά, κι ενώ ήδη αρκετό καιρό τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά στον πλανήτη γη, η κατάσταση για πολλούς ανθρώπους σε διάφορες χώρες του κόσμου πήρε μια άσχημη τροπή… Σε κάποιες από αυτές ξέσπασε πόλεμος κι οι βόμβες έπεφταν βροχή ενώ σε άλλες ήρθε μεγάλη φτώχεια: Κανείς πια δεν έβρισκε να φάει ούτε ένα πιάτο φαγητό!

2

Όλοι ήταν τόσο φοβισμένοι κι απελπισμένοι που πήραν την απόφαση να τρέξουν όπως-όπως να σωθούν. Πήραν ό,τι τους είχε απομείνει από τα υπάρχοντά τους και ξεκίνησαν να περπατούν. Πέρασαν ερήμους και διέσχισαν θάλασσες, σκαρφάλωσαν φράχτες, ταξίδεψαν μέσα σε σάπιες βάρκες. Μερικοί από αυτούς δεν τα κατάφεραν…

3

Όταν τελικά κατάφεραν να φτάσουν στην πρώτη χώρα που τους είχαν πει πως είναι ασφαλής, τους περίμενε ακόμη μια συμφορά. Άντρες με Όπλα τους έκλεισαν τον δρόμο και δεν τους άφηναν να περάσουν για να πάνε να βρουν τους φίλους και τους συγγενείς τους που τους περίμεναν παρακάτω… Ήθελαν μάλιστα να τους στείλουν πάλι πίσω, ξανά στις βόμβες και την φτώχεια!

4

Οι Άνθρωποι που ήρθαν από Μακριά ήταν πολύ απογοητευμένοι και θυμωμένοι. Προσπάθησαν να πείσουν τους Άντρες με τα Όπλα να τους αφήσουν να περάσουν. Χιλιάδες από αυτούς έκατσαν στη μέση του κλειστού δρόμου για μήνες, μέσα στην βροχή, το χιόνι ή το λιοπύρι. Παρακάλεσαν, έκλαψαν, φώναξαν. Ζήτησαν βοήθεια από τους Ανθρώπους με τα Φάρμακα που δούλευαν εκεί μοιράζοντάς τους φαγητό, ρούχα και ασπιρίνες αλλά αυτοί τους απάντησαν πως θα ήταν καλύτερα να κάνουν ό,τι τους λένε οι Άντρες με τα Όπλα. Ήταν εγκλωβισμένοι!

5

Σαν να μην έφταναν αυτά, τους είπαν να πάνε να ζήσουν σε κάτι μεγάλα στρατόπεδα. Στα στρατόπεδα αυτά δεν είχανε χώρο για να ζήσουνε, κοιμόντουσαν στο χώμα και έκανε πάρα πολύ κρύο ή πάρα πολύ ζέστη. Δεν υπήρχαν φάρμακα όταν αρρώσταιναν και το φαγητό ήταν λιγότερο ακόμα κι από αυτό που έβρισκαν στις χώρες τους. Το χειρότερο όμως ήταν πως τα στρατόπεδα βρίσκονταν τόσο μακριά που για να δεις άνθρωπο έπρεπε να περπατήσεις μια ολόκληρη μέρα! Κι ακόμα κι αν το έκανες αυτό, οι Άντρες με τα Όπλα σε έβρισκαν και σε γυρνούσαν πίσω. Μάλιστα μερικά από αυτά τα στρατόπεδα έγιναν τελείως κλειστά, σαν φυλακή, με κάγκελα ολόγυρα, για να μην μπαίνουν στον κόπο να τους γυρνάνε πίσω κάθε λίγο και λιγάκι.
Όσοι κατάφεραν να δραπετεύσουν βρήκαν καταφύγιο στις μεγάλες πόλεις.

6

Εν τω μεταξύ στις πόλεις, αλλά και αλλού, υπήρχαν άνθρωποι που δεν συμφωνούσαν καθόλου με όλα αυτά που γίνονταν. Οι άνθρωποι αυτοί ζούσαν εκεί πολύ καιρό, κάποιοι από πάντα και κάποιοι απλώς από παλιά αλλά γενικά δεν τους ενδιέφερε και πολύ ποιός ήρθε πρώτος και ποιός δεύτερος στις πόλεις. Δεν άντεχαν να βλέπουν τους Ανθρώπους που ήρθαν από Μακριά να πεινάνε στους δρόμους ή να είναι κλεισμένοι στα στρατόπεδα.

7

Ήταν κι αυτοί θυμωμένοι, όχι μόνο με τους Άντρες με τα Όπλα αλλά κυρίως με τα αφεντικά τους. Τα αφεντικά των Αντρών με τα Όπλα ήτανε οι Άντρες με τα Κοστούμια και οι παρατρεχάμενοί τους. Οι άνθρωποι που ζούσαν στις πόλεις είχανε την υποψία πως ήτανε αυτοί που φταίγανε, όχι μόνο για τα κλεισίματα των δρόμων και τα στρατόπεδα αλλά και για τις ίδιες τις βόμβες και την φτώχεια από τα οποία ξεκίνησε αυτή η ιστορία έτσι κι αλλιώς. Ήτανε επίσης οι ίδιοι που φταίγανε και για την δικιά τους φτώχεια. Γιατί και στην χώρα αυτή τα πράγματα δεν πηγαίνανε πολύ καλά. Αν δεν φορούσες κοστούμι ή δεν ήσουν παρατρεχάμενος έπρεπε να δουλεύεις όλη μέρα και πάλι δεν έφτανε για να πάρεις ένα πιάτο φαγητό ή να ανάψεις την σόμπα. Οι Άντρες με τα Κοστούμια ήθελαν να τους ανήκουν τα πάντα και δεν μοιράζονταν τίποτα με κανένα.

8

Όταν λοιπόν είδαν τους Ανθρώπους που ήρθαν από Μακριά να προσπαθούν να ξεφύγουν από τα στρατόπεδα, κατάλαβαν. Έτρεξαν αμέσως να τους βοηθήσουν: μάζεψαν ρούχα για να τους ζεστάνουν και φάρμακα για να τους γιατρέψουν. Μάζεψαν κι όσο φαγητό μπορούσαν και άρχισαν να μαγειρεύουν όλοι μαζί για να χορτάσουν την πείνα τους.

9

Δεν ήτανε εύκολο. Έμοιαζε με πύργο της Βαβέλ! Μιλάγανε όλοι διαφορετικές γλώσσες, είχε ο καθένας άλλες συνήθειες και πολλές φορές ήτανε δύσκολο να συμφωνήσουνε μεταξύ τους. Χρειαζότανε μεγάλος κόπος για να ξεπεραστούν αυτά τα εμπόδια. Όμως, δεν σταματούσαν να προσπαθούν.

10

Όταν μαζευτήκανε πολλοί αποφασίσανε ένα πράγμα: οι Άνθρωποι που ήρθαν από Μακριά δεν γινότανε πια να μένουνε στους δρόμους. Ούτε βέβαια και μέσα στα στρατόπεδα! Έτσι χωρίς να το πολυσκεφτούνε ανοίξανε το πρώτο άδειο σπίτι.
Σε κάθε γειτονιά υπήρχαν πολλά άδεια σπίτια. Επειδή όμως ανήκαν στους Άντρες με τα Κοστούμια ή σε κάποιον φίλο τους, ήτανε κλειστά και ερειπωμένα μέχρι να βρεθεί κάποιος που είχε αρκετά χρήματα για να τα αγοράσει. Αν δεν βρισκότανε ποτέ κάποιος με λεφτά οι Άντρες με τα Κοστούμια προτιμούσανε να τα αφήσουν να γκρεμιστούν παρά να μπει μέσα κάποιος που είχε ανάγκη να προφυλαχτεί από την βροχή. Αυτό βέβαια δεν ήτανε και πολύ σωστό.

11

Μετά το πρώτο άδειο σπίτι μπήκαν στο δεύτερο, μετά στο τρίτο και μετά, σε δεκάδες. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι μπορούσαν έτσι να φύγουν από τα στρατόπεδα και να πάνε να ζήσουν στην πόλη όπου θα έβρισκαν φίλους και φαγητό. Μάλιστα αυτοί που βοηθούσαν τους Ανθρώπους που ήρθαν από Μακριά να μπουν στα άδεια σπίτια σκέφτηκαν πως είναι μια καλή ιδέα και για τους ίδιους αφού και η δική τους ζωή ήταν τόσο δύσκολη.

12

Οι Άντρες με τα Κοστούμια προβληματίστηκαν. Για λίγο καιρό δεν κάνανε τίποτα, κυρίως γιατί δεν είχανε προλάβει να φτιάξουνε αρκετά στρατόπεδα που να χωράνε μέσα όλους τους Ανθρώπους που ήρθανε από Μακριά. Ήταν κάπως ενοχλητικό να τους βλέπουν, καθώς περνούσαν με τα μεγάλα τους αυτοκίνητα, να κοιμούνται στους δρόμους της πόλης. Μετά όμως η κατάσταση άρχισε να γίνεται επικίνδυνη. Στο κάτω-κάτω οι Άντρες με τα Κοστούμια ήταν λίγοι κι οι άλλοι πολλοί. Κι έτσι όπως έμπαιναν όλοι μαζί σε διάφορα σπίτια σύντομα δεν θα ήταν εύκολο να τους σταματήσουν. Και μετά, ποιος ξέρει και τι άλλες ιδέες μπορεί να τους έρχονταν! Αυτή η κατάσταση έπρεπε να σταματήσει!

13

Στην αρχή οι Άντρες με τα Κοστούμια είπαν παντού (δηλαδή κυρίως στην τηλεόραση), πως οι Άνθρωποι που ήρθαν από Μακριά δεν είχαν δίκιο που έφευγαν από τα στρατόπεδα γιατί το φαγητό εκεί ήταν καλό, ο αέρας πολύ καθαρός και οι υπάλληλοί τους που δούλευαν εκεί, οι Άνθρωποι με τα Φάρμακα, τους φρόντιζαν όλους με το παραπάνω. Μετά προσπάθησαν να σπείρουν την διχόνοια. Διέδωσαν πως οι Άνθρωποι που ήρθαν από Μακριά είναι κακοί, βίαιοι και πως θα κολλήσουν τους άλλους ανθρώπους αρρώστιες. Όταν και αυτά δεν έπιασαν, είπαν πως οι νεοφερμένοι θα έπαιρναν τις (όχι και πολύ καλοπληρωμένες φυσικά) δουλειές των παλιών, και έτσι οι παλιοί θα πεινούσαν για τα καλά. Μερικοί που τα πιστέψανε όλα αυτά άρχισαν να φέρονται άσχημα στους Ανθρώπους που ήρθανε από Μακριά. Γίνανε οι ίδιοι κακοί και βίαιοι. Όμως αυτό δεν σταμάτησε όλους τους υπόλοιπους να σταθούνε μαζί, να συνεχίσουν να μπαίνουν στα άδεια σπίτια και να μαγειρεύουν παρέα. Έτσι στο τέλος οι Άντρες με τα Κοστούμια αποφάσισαν να κάνουν αυτό που ήξεραν καλύτερα: Φώναξαν τους Άντρες με τα Όπλα.

14

Κι έτσι έγινε. Πήγανε σε κάποια από τα σπίτια και έβγαλαν όλον τον κόσμο έξω. Παλιούς και καινούργιους. Έστειλαν άλλους στο δικαστή και άλλους πίσω στα στρατόπεδα. Μάλιστα φοβόντουσαν τόσο πολύ ότι οι άνθρωποι θα γύριζαν και θα έμπαιναν ξανά στα άδεια σπίτια που, για να είναι σίγουροι, ένα από αυτά το γκρέμισαν τελείως (το συγκεκριμένο για να ακριβολογούμε, δεν το έκαναν οι Άντρες με τα Κοστούμια αλλά κάτι Άντρες με Ράσα, όμως αυτό είναι μια άλλη ιστορία!).

15

Έπεσε πολύ στεναχώρια… Και θυμός… Και μετά έγινε μεγάλη φασαρία. Γιατί αυτήν την φορά οι Άνθρωποι που ήρθαν από Μακριά δεν ήταν μόνοι. Ήταν μαζί με τους πιο παλιούς, κι όχι μόνο μ’ αυτούς. Είχαν έρθει κι άλλοι άνθρωποι από διάφορες χώρες να τους βοηθήσουν, γιατί όλα αυτά παραήταν άδικα! Κι έτσι έγινε φασαρία στους δρόμους.
και στις πλατείες…

16

Και στις εκκλησίες…

17

Και μπροστά στους Άντρες με τα Όπλα…

18

Ο μικρός Αλί κάθεται κάτω από ένα δέντρο στην άκρη του δρόμου. Είναι καλοκαίρι και οι περισσότεροι Άνθρωποι της Πόλης λείπουν. Κανείς δεν ξέρει γιατί αλλά έτσι συνηθίζουν να κάνουν αυτήν την εποχή. Στην μικρή πλατεία δίπλα του ακούγονται τύμπανα να χτυπούν. Όλοι όσοι έχουν απομείνει στην γειτονιά χοροπηδούν ξέφρενα στο ρυθμό. Πίνουν μπύρα και χορεύουν σα να μην υπάρχει αύριο. Η μουσική, οι φωνές, τα γέλια κι η ζέστη θυμίζουν στον Αλί κάποιες, ήδη θαμπές, εικόνες από το σπίτι του. Πριν από τον πόλεμο.

19

Δίπλα του ακούει μια παρέα να συζητάει. Μέσα από τα τύμπανα και τις φωνές οι κουβέντες σκορπάνε…
«…ποτέ δεν θα μας αφήσουνε να φύγουμε»… «Ποτέ δεν θα μας αφήσουνε να ζήσουμε» … «..ούτε εδώ» …. «Θα βρίσκουμε πάντα μπροστά μας τους Άντρες με τα Όπλα» … «…τους Άντρες με τα Κοστούμια…» … «…πρέπει να παραμείνουμε μαζί, να μην σταματήσουμε» … «…πρέπει να ξαναμπούμε στα άδεια σπίτια…» … «Πρέπει να περιμένουμε…» … «Πρέπει να κάνουμε κάτι…» … «Δεν έχουμε τίποτα» … «Δεν έχουμε τίποτα να χάσουμε»…

20

Ο Αλί είναι σίγουρος ότι δεν έχει τίποτα πια να χάσει. Μ’ ένα πήδο σηκώνεται και τρέχει προς τα τύμπανα. Δε θέλει να ακούει άλλο, ούτε να σκέφτεται. Θέλει μόνο να χορέψει. Μπαίνει στον χορό και χοροπηδάει ξεχνώντας για λίγο τα πάντα. Κάνει φιγούρες, στροφές και τραγουδά στο ρυθμό.

21

Τον βαραίνει μόνο λίγο αυτή η σκέψη πως αύριο μπορεί πάλι να έρθουνε οι Άντρες με τα Όπλα.

Και μια πέτρα που κουβαλάει καλού κακού στην πίσω τσέπη του παντελονιού….

22

Αυτή η ιστορία συνεχίζεται…

σχετικά

Στόχος της ομάδας Tabboush είναι η έκδοση του βιβλίου σε όσο το δυνατόν πιο πολλά αντίτυπα στις γλώσσες Φαρσί-Αραβικά. Έτσι θα μπορέσουμε να διανείμουμε περισσότερα βιβλία χωρίς αντίτιμο σε μετανάστες/ριες, με τους οποίους/ες είτε ζούμε μαζί στις πόλεις είτε είναι περιορισμένοι/ες στα camps. Η προσπάθεια αυτή βασίζεται για τα έξοδά της αποκλειστικά στην οικονομική ενίσχυση αλληλέγγυων ομάδων και ατόμων. Η ελεύθερη συνεισφορά που ελπίζουμε να προκύψει από την έκδοση του βιβλίου σε Αγγλικά-Ελληνικά-Γαλλικά , θα μας βοηθήσει να αυξήσουμε τον αριθμό των αντιτύπων της δίγλωσσης (Αραβικά-Φαρσί) έκδοσης. Εάν θέλετε μπορείτε να επικοινωνήστε μαζί μας στην διεύθυνση: tabboush@espiv.net.
H τυπωμένη έκδοση του βιβλίου σε Αγγλικά-Ελληνικά-Γαλλικά, διανέμεται σε στέκια και καταλήψεις.
Για το έντυπο αυτό δούλεψαν συλλογικά η ομάδα Tabboush και οι: Σάμης, Χριστίνα, Ειρήνη, Κυβέλη, Ιχάμπ, Ηλέκτρα, Μπασάρ, Ιωάννα, Σίνα Μ., Τατιάνα, Shirzad, Βίκη, Ντίνα, Έλενα.

Tabboush

Ένας Γάτος που ήρθε από Μακριά
Για κάποιους ανθρώπους οι τετράποδοι σύντροφοι δεν διαφέρουν από αυτούς που έχουν δύο πόδια. Ο Tabboush είναι λοιπόν ένας γάτος. Ταξίδεψε μαζί με την οικογένεια που τον φιλοξενούσε σπίτι της στην Συρία και μέσω Τουρκίας κατάφερε να φτάσει στην Ειδομένη όπου έμεινε για πολλούς μήνες. Από εκεί, μετά από πολλές περιπέτειες κατέληξε τελικά στην Σουηδία. Αισθανόμαστε μεγάλο σεβασμό για όσους ανθρώπους, βάζοντας σε κίνδυνο την ίδια τους την επιβίωση, δεν σκεφτήκανε ούτε μια στιγμή την πιθανότητα να αφήσουνε πίσω τους τους τετράποδους φίλους και φίλες τους και περάσανε ερήμους, βουνά θάλασσες και σιδερόφραχτα σύνορα μαζί με τους σκύλους ή τις γάτες τους. Η συντροφικότητα και η αρχή της ισοτιμίας δεν εξαιρεί κανένα είδος ζωής και δεν γνωρίζει διαφορετικότητες, εθνικότητες, χρώματα και φύλα. Ο Tabboush και η οικογένεια που τον έχει υιοθετήσει, καταφέρανε τελικά να εγκατασταθούν στην Ευρώπη. Είναι οι «τυχεροί» και «τυχερές» που γλυτώσανε, τουλάχιστον από τον πόλεμο μιας και τόσοι άλλοι/ες δεν τα κατάφεραν. Ένας άλλος πόλεμος τους περιμένει τώρα…

copyleft

Οι δημιουργοί της παρούσας έκδοσης διακατέχονται από εχθρικά συναισθήματα προς έντυπα και ηλεκτρονικά ΜΜΕ, εμπορικές εκδόσεις κάθε είδους και γενικά οποιονδήποτε σκεφτεί να αναπαράξει αυτό το έντυπο ή μέρος αυτού εκτός του ανταγωνιστικού κινήματος. Για αυτόν τον λόγο η έκδοση προστατεύεται από την Creative Commons Attribution-NonCommercial-ShareAlike 4.0 International License.